Κ.Ε.ΠΒ. Θήβας

2010 Γ΄ ΕΣΣΟ

 

Με αφορμή την ολιγοήμερη θητεία του Στέφανου Κασσελάκη στο στρατό, θυμήθηκα και την δική μου εξαιρετικά ολιγοήμερη θητεία, κάτι λιγότερο απο 48 ώρες, στο ίδιο στρατόπεδο με τον πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ. Aυτό του Κ.Ε.ΠΒ. Θήβας.

 

Όταν μου ήρθε το χαρτί, ξενέρωσα  γιατι η ΕΣΣΟ μου, ήταν να παρουσιαστεί 16 Αυγούστου. Μια μέρα μετά τη γιορτή μου. Οπότε έφυγα μια μέρα πριν από το Άστρος όπου παραθέριζα, χωρις φυσικά να προλάβω να γιορτάσω με τραπέζια και τα λοιπά, την ονομαστική μου  εορτή.


Φυσικά, εν έτει 2010, ντάλα Αύγουστο, η Αθήνα ήταν και έρημη και ανοχύρωτη πόλη.(ετσι για να χρησιμοποιήσω και στρατιωτικούς όρους.


Την επόμενη, χαράματα, ξεκίνησα με το αυτοκίνητό μου να πάω στο στρατόπεδο. Πέρασα πρώτα μεσα από την Θήβα να πιω έναν καφέ και να περάσει η ώρα γιατί είχα φτάσει πολύ γρήγορα τελικα. Μετά πέρασα πάνω κάτω πόσες φορές μέχρι να αντιληφθώ την πύλη του ΚΕΠΒ. 

 

Στην αρχή συγχύστηκα που δεν έχουν ταμπέλες και τα λοιπα, αλλα μετά σκέφτηκα πως επιτελεί σωστά τον σκοπό του, ωστε να μην το παίρνει κανείς με ευκολία χαμπάρι, πόσο μάλλον ο εχθρός.


Πάρκαρα το αμάξι απέξω με ένα σαρδόνιο χαμέγελο καθως σκεπτόμουν πως εγώ είχα έρθει για να φύγω, αν όχι την ίδια μέρα, έστω την επόμενη. 


Και τώρα θα άρχιζε ένα παιχνίδι με το χρόνο και τα πρώτα διαδικαστικά της κατάταξης, περιμένοντας σε ποιο σημείο θα αντιληφθούν ότι είμαι ακατάλληλος για στράτευση!!!


Είχα πάει οργανωμένος φυσικά και σίγουρος πως η υπόθεσης μου  θα ήτο ζήτημα παρά μόνον λίγων ωρών. Γι αυτό λοιπόν και η άνεση  και η όρεξη  για παιχνιδάκια με τα στρατά.


Με το ΦΕΚ υπό μάλης (για ανάστημα κάτω του 1,40 ρητώς κρίνεσαι ακατάλληλος για στράτευση) ανηφόρισα το δρομάκι για την πύλη όπου συνέρρεαν παλικαράκια και μερικοί πιο ώριμοι νέοι σαν και μένα. Ήταν μια ΕΣΣΟ που καλούσε κατά κύριο λόγο, σπουδαγμένους. Όσους δηλαδή είχαμε πάρει αναβολή για σπουδές. 

 

Ήταν ότι πιο ωραίο μέσα σε εκείνο το στρατόπεδο. Άνθρωποι με γνώσεις, πιο πηγμένο το μυαλό τους και έκανες ωραίες κουβέντες, έστω για το κάτι λιγότερο απο 48 ώρες. Έφτασε τόσο, ώστε  να στεναχωρηθώ που φεύγω και αφήνω πίσω καλή παρέα...!


Παρακολουθούσα με ανάμικτα συναισθήματα τα παιδιά που είχαν έρθει με τους γονείς τους, τις αγκαλιές, τα κλάματα για τον αποχωρισμό.  Ότι  θα πάνε αυτά τα παιδιά σε διάφορα μέρη της Ελλάδας για 9 μήνες. Που εγώ χε χε χε χε θα την κάνω αύριο για μπάνια πάλι και αυτοί οι ψάρακες θα πήζουν. 

 

Πως κάνουν καλέ έτσι, δεν πάνε δα και στον πόλεμο. Και τι βουτυρομπεμπέδες μεγαλώνουν ορισμένοι γονείς. Αλλά και από την άλλη, τι συγκινητικό είναι όλο αυτό που το περνάμε  με το στρατό, χρόνια και χρόνια οι Έλληνες...! Μπαμπάδες και μαμάδες, για διαφορετικούς λόγους ο καθένας.


Ξαφνικά, βρέθηκα μπροστά σε έναν "συντροφάκο" στα χακί που μας μάζευε τα κινητά τηλέφωνα. 

 

-Ωπ, σύντροφε! μουρμούρισε στα μουλωχτά μη μας πάρουν χαμπάρι, μόλις αντίκρισε την κάρτα μέλους τους ΠΑΣΟΚ που ξεμύτιζε ξεδιάντροπα ανάμεσα στις θήκες του πορτοφολιού καθώς φύλαγα  στα "ψιλά" την SIM.  

Ναι! Σύντροφε, σύντροφε, αλλά δεν έκανες τα στραβά ματιά να μου αφήσεις το τηλέφωνο να 'χω να μιλάω με το κορίτσι μου που ίσα ίσα  ένα χρόνο είχαμε κλείσει μαζί. Λες και είχα κανένα  blackberry...! Μια μπακατέλα είχα, που ωστόσο είχε κάμερα και αυτό ήταν το αδύνατο σημείο της.


Με είχε βέβαια προειδοποιήσει το κορίτσι μου, καθότι κόρη στρατιωτικού, αλλά δεν την άκουσα. 


Βέβαια το κινητό είναι το στοιχείο εκείνο που κάνει ενδιαφέρουσα την ιστορία μου για πολλούς και διαφορετικούς λόγους.

 

Και πήραμε που λες την ανηφόρα μέχρι εκεί απάνω στο μεγάλο ξέφωτο. Ως που να ανέβουμε όμως ένα παλικαράκι με κάτι γυαλαμπούκες  και μια γαϊδουροφωνάρα μεταφώνισης  άρχισε να γκρινιάζει πριν ακόμα κάνουμε τα πρώτα μας βήματα. Το 'παιζε μαγκάκος αλλά όλο μπιρι μπίρι....


Μας πήγε έτσι μέχρι το βράδυ αργά και  είχε ξεφύγει η κατάσταση του και ήρθε η μάνα του και τον πήρε...!


Δεν ξέρω αν είχε κάτι ψυχολογικό το παιδί ή τρελό άγχος με τη στράτευση, αλλά όλοι στους θαλάμους το βράδυ ανακουφιστήκαμε. Η μισή κούραση της ημέρας ήταν από τη μουρμούρα του.


Πριν φτάσουμε στο βράδυ όμως έχουμε μια ολόκληρη μέρα μπροστά μας με διάφορα ευτράπελα.

 


Αντίστροφη μέτρηση

Φτάνουμε λοιπόν με τη μουρμούρα του άλλου σε μια αίθουσα, αφήνουμε κάτω τα πράγματα μας καταϊδρωμένοι και μια γλώσσα έξω σαν τους σκύλους. Βλέπεις ήταν μέσα Αυγούστου και παρόλο που ήταν νωρίς ακόμη το πρωί, ο ήλιος είχε ήδη πυρώσει το ασφαλτοστρωμένο ξέφωτο γύρω από τα κτίρια διοίκησης.


Εγώ πάλι είμαι σε φάση άντε να δούμε σε ποιο σημείο θα με σταματήσουν και θα με στείλουν σπιτάκι μου.


Περνάω λοιπόν από διάφορους: Ένας στρατιώτης μου πήρε τα μέτρα για το τζόκεϋ, άλλος παραπέρα, μου έδωσε το μισθό της ημέρας, ένας τρίτος ομορφούλης και πολύ ευγενικός με ρώτησε σε ποια διεύθυνση να στείλουν την πρόσκληση της ορκωμοσίας μου. 

 

Με έπιασε ομολογώ απροετοίμαστο. Έδωσα ωστόσο την διεύθυνση των γονιών μου στο Άστρος καθώς σκεπτόμουν τι γέλια θα κάνουμε. Ήρθε πράγματι η πρόσκληση μετά από κάμποσες μέρες. Ενώ εγώ δεν ήμουν καν στο στρατό. Την έχω κρατήσει εννοείται. 


Πιο μετά ένας άλλος με ρώτησε που επιθυμώ να πάω μετά το κέντρο. Του 'πα βάλε με όπου θες. Σύνορα, Έβρο, στο πιο μακρινό νησί, ότι γουστάρεις!!! Πολύ το γλένταγα! Μπορεί βέβαια η μοίρα να με εκδικήθηκε μετά, γι αυτό με έστειλε στην Κομοτηνή δάσκαλο. 

 

Και μου έκαναν πλάκα και οι φίλοι μου ότι να: Δεν πήγες σαν φοιτητής, δεν πήγες σαν φαντάρος αλλά από το κισμέτ δεν γλυτώνεις. Φάε δασκαλίκι 5 χρόνια να μάθεις να κοροϊδεύεις τα φαντάρια τ'άλλα.


Μετά ήρθε η ώρα των γιατρών. Πάντα εγώ αγκαλιά με τον φάκελο που προστάτευε καλά το θαυματουργό ΦΕΚ

 

Έμπαινες σε ένα δωμάτιο για τα εμβόλια και ως που να πεις κύμινο σου πατάγανε δυο-τρία ταυτόχρονα από όλες τις πάντες.


Μετά πέρναγες από μια τυπική εξέταση από κάτι δόκιμους γιατρούς, ψαρωμένους. Λίγο να σε ακροαστούν, λίγο να βήξεις, να τους πεις αν έχεις κανένα ιστορικό και τέτοια. Αφού πέρασαν όλα αυτά μας είπαν να φύγουμε να περάσουν οι επόμενοι. 

 

Τότε άδραξα την ευκαιρία και ρώτησα: "Εγώ είμαι κατάλληλος για στράτευση;" με μια ειρωνεία στη φωνή. Αυτοί πάλι με μια αφέλεια μου απάντησαν ότι μια χαρά υγιής φαίνομαι. Και τότε πέταξα τον άσο από το μανίκι. Το πανίσχυρο βιμ... εεεε, χμ... το πανίσχυρο ΦΕΚ ήθελα να πω. Κάτι σαν μπαλαντέρ στο UNO.


"Κύριοι δεν ξέρω αν γνωρίζετε για το εν λόγω ΦΕΚ" τους είπα με ύφος μεγαλοδικηγόρου που τους τρίβει στα μούτρα τα αδυσώπητα επιχειρήματα του που δεν αφήνουν περιθώρια αμφισβήτησης.


Σιγά μην ήξεραν δηλαδή. Και όχι μόνο δεν ήξεραν, αλλά το παραπεμπτικό που πήγαν να μου γράψουν για το 401 ήταν για τον ορθοπεδικό!!!!!!! 

 

Ευτυχώς άκουσα τι έλεγαν και τους υπέδειξα το σωστό: "Ενδοκρινολογικό κύριοι, ενδοκρινολογικό παρακαλώ". Ένιωσα πιο πολύ γιατρός εκείνη την στιγμή από τα παλικάρια που φορούσαν την άσπρη ρόμπα...

 

Έτσι είναι άμα στρατεύεσαι αργά και σπουδαγμένος.


Μετά περάσαμε και από τον ψυχολόγο. Ευκολάκι.  Μεταξύ άλλων θυμάμαι πως με ρώτησε αν έχω κάποια ανησυχία και του απάντησα πως με προβληματίζει έντονα σε πόσες ώρες θα φύγω από 'δω. Τρόλαρα ασυστόλως.

 


Ζαχόπουλος, όχι ο γνωστός. Ένας άλλος

Και εκεί που έχουμε πάρει σειρά για τον ιματισμό, έχω πετύχει ένα φαντάρο υπεύθυνο που με βλέπει από μακριά και γελάει κοροϊδευτικά. Μόλις φτάνω όμως στον πάγκο του κρατώντας το άδειο μου λουκάνικο, κάνω ένα χωρατό και τον κάνω αμέσως αδερφό μου. 

 

Ζαχόπουλο τον λέγανε, τον θυμάμαι από τον άλλον Ζαχόπουλο, εκείνον στο υπουργείο πολιτισμού, που πήδηξε να αυτοκτονήσει...

 

Και πάνω εκεί που λες, μεταξύ άδειου λουκάνικου και λουκέτων, σκάει μια ανθυπολοχαγός και σφυράει την λήξη του καρναβαλιού. Λέει στον ΕΠΟΠ που μας συνοδεύει όλη την ημέρα να βγω από την γραμμή, πως δεν θα πάρω ρούχα και θα απαλλαγώ γενικώς. ΑΑΑΑΑΑλληλουϊα, αλληλούϊα, αλληλούϊα!!!

 

Πρόλαβα όμως να κανονίσω με τον Ζαχόπουλο να μου δώσει ένα καπέλο έστω για ενθύμιο, στη ζούλα, αφού δεν μπορώ να πάρω κάτι επίσημα. Δώσαμε ραντεβού την άλλη μέρα που  είχε πάλι υπηρεσία και κονόμησα ένα τζόκεϋ το οποίο, χρόνια μετά φάνηκε πολύ χρήσιμο στον φίλο μου Ο.Κ. Του το δάνεισα γιατί το δικό του αποδείχθηκε πολύ στενό όταν υπηρετούσε την δική του θητεία.


Όμως έπρεπε να γίνουν όλα τα διαδικαστικά και η γραφειοκρατία. Ας είναι. Θα πήγαινα την άλλη μέρα στο 401 στρατιωτικό νοσοκομείο, να βεβαιώσουν το ΦΕΚ μου και να υπογράψουν την απαλλαγή μου.


Είχε φτάσει ήδη απόγευμα και πήγαμε να τακτοποιηθούμε στους θαλάμους μας. Εγώ φυσικά αφού δεν είχα κινητό να τηλεφωνήσω στο κορίτσι μου, πήρα μια τηλεκάρτα. Έλα μου όμως που στο στρατόπεδο τα καρτοτηλέφωνα ήταν πιο ψηλά από ότι συνήθως. 

 

Μπορούσα να πατήσω τα νούμερα αλλά για να ανασηκώσω το ακουστικό και να το ξεκρεμάσω από τη βάση του δεν έφτανα. Μια φορά με βοήθησε κάποιος με το ακουστικό. Μια άλλη θυμάμαι δεν ήταν κανείς τριγύρω και ανέβηκα σε ένα τραπέζι για να πάρω το γαμωτηλέφωνο. Την ώρα εκείνη ένας λόχος επέστρεφε από κάποια άσκηση με πλήρη εξάρτηση.


Κύριοι όμως. Ούτε χλεύασαν, ούτε τίποτα. Μάλιστα κάποιοι μουρμούρισαν με πολύ συμπάθεια ότι τι να κάνει ο άνθρωπος αφού δεν φτάνει.


Και μόλις νύχτωσε, αφού είχαμε γίνει ήδη μια παρέα όλοι του θαλάμου, μας πήγαν τροχάδην κάπου κατηφορικά και κάναμε έναν μεγάλο αλόγυρο για να φτάσουμε στην βάση ενός  χωμάτινου υψώματος όπου έσκασε μύτη ο διοικητής να μας μιλήσει. Φέγγανε και κάτι προβολείς από πίσω του και ήταν σαν υπερπαραγωγή ταινίας.


Ύστερα νάνι. Εγώ είχα διαλέξει ένα κρεβάτι στο βάθος του θαλάμου δίπλα στο παράθυρο. Δυστυχώς ήταν πολύ βουλιαχτό και το πήρα χαμπάρι μετά. Παρόλη την κούραση μας γινόταν τρομερή φασαρία. 

 

Τα φαντάρια δοκίμαζαν την πραμάτεια που τους είχαν πει ΄να πάρουν μαζί τους. Σπρέυ για τα άρβυλα, σπρέυ για την κουβέρτα, δικά τους κλινοσκεπάσματα, τα λουκέτα τους κλπ κλπ κλπ.


Εγώ έκανα στην άκρη όμορφα όμορφα την κουβέρτα για να μην ανάψω μέσα στην νύχτα και ξεράθηκα έτσι όπως ήμουν με τα πολιτικά, μη σου πω ούτε τα παπούτσια δεν έβγαλα.

 

Όση ώρα οι άλλοι φώναζαν ήταν σαν νανούρισμα. Μόλις σταμάτησαν και κοιμήθηκαν, εμένα το μάτι γαρίδα. Θες που το ένα χέρι μου από κάποιο εμβόλιο είχε βαρύνει σαν τούβλο και πονούσε πολύ και δεν μπορούσα να το κουνήσω. Ούτε καν να γυρίσω από το άλλο μου πλευρό μπας και κοιμηθώ λίγο ακόμη. Θες η ζέστη, θες τα κουνούπια;


Υπέφερα περιμένοντας αγωνιωδώς να αρχίσει να φωτίζει, να σηκωθούμε επιτέλους να κάνουμε  ότι είναι να κάνουμε, τουλάχιστον να είμαι σε δράση.


ΚΕΠΒ Θήβας, ημέρα 2η

Ήρθε η ώρα για το 401 το οποίο είναι αρκετά κοντά στο σπίτι μου. Όταν φτάσαμε, μας έδωσαν τα παραπεμπτικά μας και ξαμοληθήκαμε στις ειδικότητες που χρειαζόμασταν. Καθώς απομακρύνθηκα διαπίστωσα ότι τα δικά μου χαρτιά ήταν πολλά. 

 

Είχε μπερδευτεί κολλημένο με κάποιο συρραπτικό  το παραπεμπτικό ενός άλλου φαντάρου και γύρισα αμέσως πίσω εκεί που μας περίμενε ο ανθυπολοχαγός μας. Χίλια ευχαριστώ μου είπε γιατί το έψαχναν. Μια τιμητική μου πρέπει σκέφτηκα καγχάζοντας από μέσα μου!


Προφανώς εκείνη την ημέρα είχαν έρθει και από άλλα στρατόπεδα για εξετάσεις οπότε όπως καταλαβαίνεις γινόταν κυριολεκτικά της καριόλας.


Η δική μου ωστόσο ειδικότητα δεν ήταν περιζήτητη όπως ας πούμε του οφθαλμίατρου όπου γινόταν λαϊκό προσκύνημα.


Βρήκα τον ενδοκρινολόγο, μπήκα μέσα με την ησυχία μου, του έδωσα ήρεμα το παραπεμπτικό μου. Με την ίδια ηρεμία μου απάντησε ότι καταλαβαίνει τον λόγο της παρουσίας μου εκεί. Απλά μένει να συμβουλευτεί το αντίστοιχο βιβλίο για να συντάξει σωστά το έγγραφο της απαλλαγής μου. Όλα αυτά έγιναν σε ένα άλλο ήρεμο σύμπαν ενώ στο υπόλοιπο κτίριο η ένταση χτυπούσε κόκκινο.


Γύρισα πρώτος στον ανθυπολοχαγό και του πρότεινα να μαζέψουμε το χαρτοκιβώτιο με τα κρουασάν για πρωινό μας που έχασκε ανοιχτό κάτω από τον ήλιο του Αυγούστου. Μην πάθουμε καμιά δηλητηρίαση. Μαζεύω τιμητικές σήμερα, σάρκασα από μέσα μου πάλι.

 

 

Μπες βγες όλη μέρα

Πέρασα και από την τελευταία επιτροπή για να πάρω την υπογραφή της απαλλαγής και εκεί ένας Συνταγματάρχης  μου λέει για να με χαροποιήσει: "Έτοιμος, γυρίζεις Θήβα και αμέσως φεύγεις"


Είχα παααρα πολύ χρόνο μπροστά μου μέχρι να τελειώσουν όλοι και να μαζευτούμε ξανά εκεί που θα μας πάρει το πούλμαν πίσω για Θήβα.


Οπότε βρήκα ευκαιρία να μιλήσω με το κορίτσι μου!


Η τηλεκάρτα όμως είχε άλλες διαθέσεις και αποφάσισε στα πρώτα λεπτά της συνδιάλεξης να αδειάσει...


Και τότε αποφάσισα κι εγώ κάτι ...παράτολμο!


Ο σταθμός του μετρό:  "Κατεχάκη" δίπλα στο 401. Ο σταθμός του μετρό "Χολαργός" δίπλα στο σπίτι μου. 

 

Εγώ με πολιτικά... Ένα κοντομάνικο με δυο διασταυρούμενες κόκκινες ρίγες και μαύρα στίγματα παντού, που όταν τα έβλεπα φευγαλέα νόμιζα πως είχα λερωθεί και μια υφασμάτινη τζιν βερμούδα μέχρι το καλάμι. 

 

Φύγαμεεεεεεε!!!


Σφυρίζοντας πραγματικά αδιάφορα και με τα χέρια στις τσέπες, γλίστρησα από την πύλη του 401 έξω στην πολύβουη Κατεχάκη χωρίς να μου δώσει κανείς σημασία.


Έφτασα σπίτι, έκανα ένα ωραίο ντουζ γιατί με την κάψα του Αυγούστου και το περπάτημα είχε μουσκέψει μέχρι και το βρακί μου και ωραίος δροσερός και μυρωδάτος πήρα από το σταθερό, τηλέφωνο το κορίτσι μου να μιλήσουμε με την ησυχία μας.


Είπαμε, είχα πολύ ώρα μπροστά μου μέχρι τη συνάντηση για το πούλμαν της επιστροφής στη Θήβα!

 

Παίζει να ξανάκανα ντουζ πριν φύγω για να κρατηθώ δροσερός μέχρι πίσω το 401 όπου μπήκα εξίσου άνετα. 


Κάποτε, προς το σούρουπο, γυρίσαμε στο ΚΕΠΒ και περίμενα εντός ολίγων λεπτών να με ξαποστείλουν.


Αμ δε! Τόσο εύκολα που το 'πε ο Συνταγματάρχης δεν ήτανε. Πήρε να νυχτώνει και τίποτα. Κάποια στιγμή σηκώθηκα ανήσυχος και πήγα μέχρι το γραφείο κινήσεως να δω αν έχει γίνει κανά κακό. Εμένα μου 'πανε φεύγεις και ακόμη εκεί ήμουνα.


Το παλικάρι που ήταν εκεί, μου 'πε πως έχει τα χαρτιά ο διοικητής αλλά δεν το βλέπει να τα υπογράφει απόψε. Αύριο και βλέπουμε...


Με ζώσανε τα φίδια. Εγώ δεν ήθελα να μείνω και δεύτερο βράδυ εκεί. Μου 'χε κάνει μεγάλο κακό, ψυχολογικά, αυτός ο Συνταγματάρχης. Έπρεπε να φύγω απόψε. Πάει και τελείωσε.


Ξάπλωσα στον θάλαμο και περίμενα βαριεστημένος. Κάθε φορά που πέρναγε ο ανθυπολοχαγός πεταγόμουν και ρωτούσα για την υπόθεση μου....



Όποιος τη νύχτα περπατεί...

Ως που ξαφνικά εκεί κοντά στις 00:00 έρχεται ο ανθυπολοχαγός και μου λέει φεύγεις!


Επιτέλους. Άρπαξα ένα τσαντικό που είχα, πήρα το απαραίτητο έγγραφο με τις υπογραφές και τις σφραγίδες και ρώτησα απο που θα πάρω το κινητό μου τηλέφωνο. 

 

Ο ανθυπολοχαγός είπε από την πύλη. Ευχαρίστησα, ευχήθηκα καλή θητεία στους υπόλοιπους και ξεχύθηκα στην κατηφόρα για την πύλη. Μακρύς δρόμος, τα φώτα της διοίκησης λιγόστεψαν και γύρω γύρω δάσος. Αγριεύτηκα. 

 

Άσε που πρέπει να πω και στην σκοπιά κάτι. Τι θα νομίζει ο άνθρωπος  που κάποιος έρχεται μέσα στη μαύρη νύχτα, έστω και απο μέσα;;;


Και πράγματι φτάνοντας ακούω ένα Αλτ! Τις ει; Μου 'ρθε να του απαντήσω: "γάιδαρος απ' το νησί", αλλά συγκρατήθηκα.

 

"Απολυόμενος" του λέω. Και καθώς πλησιάζω, ζητώ το κινητό μου.

 

"Δεν είναι εδώ τα κινητά, πάνω τα έχουν" λέει. 

 

Δεν γλιτώνω το καψώνι σκέφτομαι. Άφησα το τσαντικό εκεί και ξαναπαίρνω την ανηφόρα να δω τι γίνεται με κείνο το ρημάδι το κινητό.


Κάποια στιγμή φτάνω πάλι στο πλάτωμα με τα φώτα αλλά έντρομος διαπιστώνω πως είμαι σε εντελώς διαφορετικό μέρος. Λες και έχουν αλλάξει σκηνικό για να μου κάνουν πλάκα. Σκέφτηκα πως κάτι τέτοια παθαίνουν τα φαντάρια στον στρατό και αυτοπυροβολούνται...


Με ψυχραιμία ξανακατεβαίνω μέχρι την πύλη όπου αντιλαμβάνομαι πως ξεκινούν  δυο δρόμοι προς τα πάνω και είχα πάρει τον λάθος μέσα στα σκοτάδια. Τσαντίστηκα με τον σκοπό που δεν με είδε κατά που τραβάω αλλά η βιάση μου να φύγω απο 'κει πέρα άφησε κατά μέρος τους θυμούς.


Ξαναπήρα την άλλη ανηφόρα πάλι προς τα πάνω. Μιλάμε τρελή γυμναστική εκείνη τη νύχτα.


Έφτασα βαριανασαίνοντας και αφού κατάφερα να βρω τον ανθυπολοχαγό μου, πήγαμε σε κάποιο καμαράκι, ημιφωτισμένο να βρούμε το παλιοκινητό. 


Από κάτι ράφια τράβηξε μια ναϋλότσαντα και άδειασε μερικές δεκάδες κινητά πάνω σε έναν πάγκο σαν να ήμασταν στην Ομόνοια...


Μια ώρα κάναμε διαλογή να το βρούμε. Επιτέλους εμφανίστηκε. Το άνοιξα, του 'βαλα την SIM, ξαναευχαρίστησα, καληνύχτισα και μην τον ξαναείδατε τον Παναή...!


Καθώς κατηφόριζα πάλι, άρχισαν να σκάνε τα μηνύματα από το κορίτσι μου, το ένα πίσω από το άλλο. Γιατί ότι σκεφτόταν να μοιραστεί μαζί μου αυτές τις ώρες το 'γραφε να το δω όταν μπορέσω. Έτσι και αλλιώς δεν θα την έβλεπα σύντομα από κοντά. Έκανε και εκείνη τις διακοπές της στην Κρήτη.


Έφτασα και στην πύλη κάποια φορά προσπαθώντας να μην χάσω πάλι το δρόμο αφού διάβαζα τα μηνύματα που ερχόντουσαν ακάθεκτα.


Πήρα και το τσαντικό,  πέρασα την πύλη, χαιρετισα και τον φρουρό και έφτασα στο παρκαρισμένο αμάξι μου. Κάλεσα με λαχτάρα, να μιλήσω στο κορίτσι μου. Χτύπαγε και δεν το σήκωνε... Κάποια στιγμή μου στείλε μήνυμα ότι βλέπει ταινία και πως δεν μπορεί να διακόψει... Έλεος!!! Με έχει γεμίσει με μηνύματα δυο μέρες που 'μαι μέσα και τώρα που μπορώ να μιλήσω με γράφει... Πφ, γυναίκες...


Πήρα κι εγώ την Εθνική για Αθήνα, πατητός μέσα στην μαύρη νύχτα, ξημερώματα 18 Αυγούστου. Ερημιά. Πότε βρέθηκε όμως ένα μηχανάκι χωρίς κωλοφάναρο στη μεσαία λωρίδα ξαφνικά ούτε το κατάλαβα. Τελευταία στιγμή έκανα αριστερά και δεν είχαμε τραγωδία.


Σύντομα όπως καταλαβαίνεις έφτασα σπίτι, πεινασμένος εννοείται και μόνος. Ξεφύλλισα κάτι φυλλάδια για πίτσες και σουβλάκια και παρόλο που ήταν περασμένη 01:00 έκανα μερικές απόπειρες. Από τα ηχογραφημένα μηνύματα θυμήθηκα ότι είναι ακόμη 15αυγουστος και είναι κλειστά τα μαγαζιά.


Μακαρόνια είχα στο ντουλάπι. Και μια σάλτσα. Μαγείρεψα επιτόπου, έβγαλα και λίγη γκρίνια στο κορίτσι μου από το τηλέφωνο, αφού στο μεταξύ είχε τελειώσει η ταινία του. 

 

Έφαγα και αποκοιμήθηκα στον καναπέ με ανοιχτή την τηλεόραση και με τα τριζόνια να ετοιμάζονται να δώσουν την σκυτάλη στον πρώτο αγουροξυπνημένο τζίτζικα.



  • Γελοιογραφίες  και αναμνήσεις από μια παρολίγον θητεία με αφορμή την 20ήμερη στράτευση του Στέφανου Κασσελάκη στο ΚΕΠΒ Θήβας. Δημιουργήθηκαν τον Ιούλιο του 2010 και το άρθρο ανανεώθηκε τον Μάρτιο του 2024 από τον Πάνο Ιατρίδη. 

 

5 Σχόλια

  1. χαχαχα μη μου πεις ότι έκανες και συ στη στο ΚΕΠΒ στη Θήβα??

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Θα κάνω ρε, αλλά όχι πολύ! Μια-δυο μέρες! χαχαχαχα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. καλώς να ερθεις, στειλε μειλ exeisminima@gmail να σου γραψω τηλέφωνο επικοινωνίας

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Πολύ ωραίος θα έλεγα! Δυο μερούλες μέσα το πολύ και μετά γειά σας!!!! Γιωτάς ρεεεεεεεεεεεεεε!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Δημοσίευση σχολίου